συνῃρημένος

συνῃρημένος
συναιρέω
grasp
perf part mp masc nom sg

Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες). 2014.

Игры ⚽ Поможем написать реферат

Look at other dictionaries:

  • συνηρημένος — η, ο / συνῃρημένος, η, ον, ΝΜΑ βλ. συναιρώ …   Dictionary of Greek

  • συναιρούμαι — συναιρούμαι, συναιρέθηκα, συνηρημένος βλ. πίν. 77 Σημειώσεις: συναιρούμαι : η μτχ. συνηρημένος (σπάνια συναιρεμένος) χρησιμοποιείται κυρίως ως επίθετο, για να χαρακτηρίσει τα ρ. που προέρχονται από συναίρεση …   Τα ρήματα της νέας ελληνικής

  • άριστον — ἄριστον, το (AM) το μεσημβρινό φαγητό (σε μτγν. εποχή, όταν το πρόγευμα το αποκαλούσαν «ἀκράτισμα») αρχ. το πρωινό φαγητό, το πρόγευμα. [ΕΤΥΜΟΛ. < τ. *αιερι δ τον < (τοπικό) *άρι (συνηρημένος τ. του *αίερι, ήρι «ενωρίς») + μηδενισμένη… …   Dictionary of Greek

  • αείνως — ἀείνως, ων (Α) συνηρημένος τύπος τού αείναος βλ. αέναος …   Dictionary of Greek

  • ακτή — Ζώνη ξηράς, που βρίσκεται στο όριο επαφής μεταξύ στεριάς και υδάτινων, ωκεάνιων ή θαλάσσιων μαζών. Οι α. δεν αποτελούν ένα γραμμικό όριο μεταξύ των δύο στοιχείων, αλλά τη ζώνη της αμοιβαίας επίδρασής τους και κυρίως του νερού πάνω στη στεριά… …   Dictionary of Greek

  • αλκάς — ἀλκάς ( ᾱντος), ο (Α) δωρικός συνηρημένος τύπος αντί ἀλκήεις* …   Dictionary of Greek

  • αμυγδαλή — Ονομασία τριών οικισμών. 1. Ημιορεινός οικισμός (υψόμ. 340 μ., 26 κάτ.) στην πρώην επαρχία Αγιάς του νομού Λαρίσης. Υπάγεται διοικητικά στον δήμο Λακέρειας. 2. Ορεινός οικισμός (υψόμ. 600 μ., 103 κάτ.) του νομού Καρδίτσης. Υπάγεται διοικητικά… …   Dictionary of Greek

  • γεγώς — γεγώς, ῶσα, ώς (Α) μτχ. παρακμ. τού ρ. γίγνομαι. [ΕΤΥΜΟΛ. Συνηρημένος τ. τού γεγαώς, μτχ. τού επικ. παρακμ. γέγαα τού γίγνομαι*] …   Dictionary of Greek

  • επωδή — η (AM ἐπωδή Α και ἐπαοιδή) μαγική ωδή, ξόρκι, μαγγανεία («τά λυτήρια όλων τών μαγγανειών καί τών επωδών», Παπαδ.) αρχ. 1. μαγεία για κάτι ή εναντίον κάποιου («τούτων ἐπωδάς οὐκ ἐποίησεν πατήρ», Αισχύλ.) 2. ευχάριστο τραγούδι 3. ἐπῳδὸς άσματος.… …   Dictionary of Greek

  • θαλασσοβράχη — θαλασσοβράχη, τά (Μ) βράχια τής θάλασσας. [ΕΤΥΜΟΛ. < θαλασσο * + βράχη, τα, συνηρημένος τ. τού βράχεα, τα «ρηχά νερά, τενάγη», ονομαστική πληθ. τού βράχος, το (< βραχύς με σημασία «ρηχός») απ όπου με μεταβολή γένους προήλθε ο τ. βράχος, ο] …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”